Συγκρατημένα "θετικός” απέναντι στο ελληνικό αίτημα στόχευσης σε μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα εμφανίσθηκε ο Αντικαγκελάριος της Γερμανίας και υπουργός Εξωτερικών της γερμανικής  κυβέρνησης, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, μιλώντας σε κλειστό Working Breakfast που διοργάνωσε σήμερα το πρωί το Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη και η πρόεδρός του Άννα Διαμαντοπούλου και στο οποίο συμμετείχαν προσωπικότητες από το χώρο της πολιτικής, των ΜΜΕ, της ακαδημαϊκής κοινότητας, των κοινωνικών φορέων και των επιχειρήσεων. 
Αναφερόμενος στο πλεόνασμα του 3,5% εκτίμησε ότι είναι υπερβολικό να ζητάει κανείς τη δέσμευση για τόσο υψηλό πλεόνασμα σε βάθος ετών, υποστηρίζοντας ότι καμία χώρα δεν μπορεί να το αντέξει για πολλά χρόνια, ούτε καν η Γερμανία, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την άποψη του Αντικαγκελαρίου της Γερμανίας η δέσμευση για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% θα έπρεπε να αφορά διάστημα 3 ετών. 
Μιλώντας για την εξέλιξη της ΕΕ ενόψει της Συνόδου Κορυφής στη Ρώμη, ο κ. Γκάμπριελ που προέρχεται από το Σοσιαλδημοκρατικό σκέλος της κυβέρνησης, σημείωσε πως θα πρέπει να προσδιοριστούν πολλά πράγματα, ενώ εκτίμησε ότι δεν τίθεται θέμα δυο ταχυτήτων στις χώρες της Ευρωζώνης. 
Εκτίμησε πάντως ότι η διαφορά δεν έγκειται μεταξύ των χωρών Βορρά και Νότου, αλά μεταξύ των χωρών Ανατολής και Δύσης, παραθέτοντας ως παράδειγμα την Ουγγαρία και την Πολωνία, οι οποίες –όπως σημείωσε- δεν υιοθετούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρθηκε στην πολιτική που ακολουθεί η Ουγγαρία όσον αφορά τους μετανάστες, ενώ την ίδια στιγμή λαμβάνει τα σχετικά κονδύλια από την ΕΕ. 
Εδικά όσον αφορά την Ελλάδα πέραν των αναφορών του στο θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων τόνισε την ανάγκη να αλλάξει το επιχειρηματικό μοντέλο που ακολουθεί η χώρα ούτως ώστε να μπορέσει να έρθει η ανάκαμψη και να καταστεί η χώρα ανταγωνιστική.
Ο κ. Γκάμπριελ επεσήμανε πως το οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας θα πρέπει να εστιαστεί στη μείωση της φορολογίας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αλλά και να υιοθετηθεί ένα σταθερό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων με στόχο την προσέλκυση των επενδύσεων. Έδωσε μάλιστα ιδιαίτερη έμφαση στο λεγόμενο brain drain λέγοντας πως πρέπει να φέρουμε πίσω τα μυαλά που έχουμε χάσει, συγκρατώντας παράλληλα τους νέους στη χώρα. 
Ερωτηθείς σχετικά με το ενδεχόμενο να διαδραματίσει στο μέλλον ο ESM το ρόλο του ΔΝΤ στην Ευρώπη, ανέφερε πως δεν είναι λάθος η προσέγγιση. Υποστήριξε πάντως πως η παρουσία του ΔΝΤ στα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής των χωρών της Ευρωζώνης που χρειάστηκαν στήριξη είναι αποτέλεσμα της εμμονής των συντηρητικών της Ευρώπης, όπως για παράδειγμα της Φινλανδίας κι αυτό λόγω της τεχνογνωσίας που μπορεί να παράσχει το Ταμείο. 
Αναφερόμενος τέλος στο μεγάλο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας υπογράμμισε πως αντικατοπτρίζει τη δυναμική της οικονομίας και είναι αποτέλεσμα της ανταγωνιστικότητας αλλά και του ότι τα παραγόμενα προϊόντα είναι καινοτόμα, γεγονός που δίνει ώθηση στις εξαγωγές. Για αυτό μάλιστα συμπλήρωσε πως αν οι χώρες του Νότου θέλουν να δουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους να βελτιώνεται θα πρέπει η ανταγωνιστικότητα τους να γίνει εφάμιλλη της γερμανικής, κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων.